Εξπρεσιονισμός

Ο Εξπρεσιονισμός αποτελεί καλλιτεχνικό κίνημα της μοντέρνας τέχνης που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, περίπου την περίοδο 1905-1940 και κυρίως στο χώρο της ζωγραφικής. Βασικό χαρακτηριστικό των εξπρεσιονιστών καλλιτεχνών ήταν η τάση να παραμορφώνουν την πραγματικότητα στα έργα τους, αδιαφορώντας απέναντι σε μια πιστή και αντικειμενική αναπαράσταση της. Συχνά ο εξπρεσιονισμός διακρίνεται και από μια έντονη συναισθηματική αγωνία, χαρακτηριστικά μάλιστα μπορούμε να πούμε πως ελάχιστα εξπρεσιονιστικά έργα έχουν χαρούμενη διάθεση.

 

Τον όρο «Εξπρεσιονισμός» χρησιμοποιούμε πολύ συχνά για να χαρακτηρίσουμε την προσπάθεια έκφρασης έντονων συναισθημάτων ή ψυχικών καταστάσεων σε έργα τέχνης διάφορων εποχών. Ο εξπρεσιονισμός έχει βαθιές τις ρίζες του στην Κεντρική Ευρώπη με τη γοτθική της παράδοση (Μπος, Μπρέγκελ, Γκρούνεβαλντ) και φθάνει ως τους μετά ιμπρεσιονιστές (Βαν Γκογκ, Γκογκέν) και ως τους Φωβιστές (Ματίς, Ντερέν). Εκδηλώνεται όμως ως κίνημα, ως σχολή και κορυφώνεται στη Γερμανία ανάμεσα στην πρώτη και δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας.

 

Ο γνωστός πια ως Γερμανικός Εξπρεσιονισμός διαμορφώνεται σ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης παθιασμένων ψυχικών καταστάσεων, κυρίως αυτών που σχετίζονται με την αποξένωση με υστερικές αγχώδεις καταστάσεις, προσωπικές ή κοινωνικές, με πικρές εμπειρίες που κατατρέχουν τον άνθρωπο και που είναι δημιουργήματα της ταραγμένης γερμανικής κοινωνίας.

 

Ο όρος εξπρεσιονισμός (expressionism, από τον λατινικό όρο expressio, -onis δηλαδή έκφραση) αποδίδεται στον Τσέχο ιστορικό τέχνης Antonin Matějček το 1910, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο αυτό περισσότερο για να δηλώσει μια τάση αντίθετη στον Ιμπρεσιονισμό.

 

Χαρακτηριστικά αναφέρει "...ένας Εξπρεσιονιστής επιθυμεί πάνω από όλα να εκφράσει τον εαυτό του". Αυτή η στάση του εξπρεσιονισμού ήταν ασφαλώς αντίθεση στις αξίες των ιμπρεσιονιστών, οι οποίοι επεδίωκαν μια αντικειμενική αναπαράσταση της πραγματικότητας.

Το ρεύμα του εξπρεσιονισμού αναπτύχθηκε κυρίως στη Γερμανία. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ κάποια ενιαία οργανωμένη ομάδα καλλιτεχνών που να αυτοαποκαλούνταν Εξπρεσιονιστές αλλά περισσότερο μικρές ομάδες με κοινά χαρακτηριστικά και κυρίως οι ομάδες Blaue Reiter και Die Brucke με έδρα το Μόναχο και τη Δρέσδη αντίστοιχα.

 

Οι εξπρεσιονιστές ζωγράφοι επηρεάστηκαν από διάφορους προγενέστερους ζωγράφους, μεταξύ των οποίων ο Βαν Γκόγκ και ο Μύνχ αλλά επίσης και από έργα της αφρικανικής τέχνης.

Θεωρείται πως οι εξπρεσιονιστές ήρθαν σε επαφή με το έργο των Φωβιστών στο Παρίσι. Τα δύο κινήματα διακρίνονται και από ένα κοινό χαρακτηριστικό στην τεχνική τους, συγκεκριμένα τη χρήση έντονων χρωμάτων και αντιθέσεων. Ωστόσο ενώ οι φωβιστές επεδίωκαν με αυτό το τρόπο να δημιουργήσουν όμορφες εικόνες, οι εξπρεσιονιστές στόχευαν στην πρόκληση βαθύτερων συναισθημάτων.

 

Για τους Εξπρεσιονιστές, το χρώμα αποτελούσε ένα σημαντικό μέσο έκφρασης από μόνο του, χωρίς απαραίτητα την ανάγκη ενός αντικειμένου. Ο Καντίνσκυ ήταν από τις ηγετικές μορφές του Εξπρεσιονισμού που στήριξαν αυτή τη θέση και οδήγησαν σταδιακά στη διαμόρφωση της σύγχρονης αφηρημένης τέχνης.

Πέρα από τη ζωγραφική, ο εξπρεσιονισμός θεωρείται πως μπορεί να παρατηρηθεί και σε άλλες μορφές της τέχνης. Στη λογοτεχνία, τα μυθιστορήματα του Φραντς Κάφκα συχνά χαρακτηρίζονται εξπρεσιονιστικά, ενώ και στο γερμανικό θέατρο υπήρξε ένα εξπρεσιονιστικό κίνημα στις αρχές του 20ου αιώνα καθοδηγούμενο κυρίως από τους Georg Kaiser και Ernst Toller.

Στη μουσική, οι Arnold Schoenberg, Anton Webern και Alban Berg, συνέθεσαν έργα που επίσης χαρακτηρίζονται εξπρεσιονιστικά. Αυτό που διαχωρίζει τα έργα τους, σε σχέση με τη μουσική των σύγχρονών τους, όπως για παράδειγμα του Μωρίς Ραβέλ ή του Ιγκόρ Στραβίνσκυ, αποτελεί το γεγονός ότι ξέφυγαν από την παραδοσική τονική σύνθεση προσθέτοντας και μη-τονικά στοιχεία (atonal). Χαρακτηριστική ίσως εξπρεσιονιστική μουσική σύνθεση αποτελεί η όπερα Lulu του Alban Berg.

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επίδραση του εξπρεσιονιστικού κινήματος στον κινηματογράφο και ειδικότερα στον γερμανικό. Ως πρώτες εξπρεσιονιστικές ταινίες θεωρούνται τα The Cabinet of Dr. Caligari (1920) και Nosferatu (1922) των σκηνοθετών Φριτς Λανγκ και Φρήντριχ Βίλεμ Μουρνάου αντίστοιχα. Οι ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού γυρίστηκαν ως επί το πλείστον με πενιχρά μέσα και η θεματολογία τους απείχε κατά πολύ από τις ρομαντικές ταινίες του Hollywood ή τις ταινίες δράσης της εποχής.

Ο εξπρεσιονισμός επέδρασε σημαντικά στη διαμόρφωση μεταγενέστερων καλλιτεχνικών ρευμάτων και ειδικότερα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού.


Υπεύθυνη γι’ αυτή τη δριμεία και δυναμική μορφή του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού είναι η λεγόμενη ομάδα της «Γέφυρας» που συγκεντρώνει καλλιτέχνες, όπως τους ζωγράφους Καρλ Σμιτ Ρότλουφ (1884-1976) και Ερνατ Λούντβιχ Κίρχνερ (1880-1938) που ζωγραφίζουν παραμορφωμένες φιγούρες και άλλες φόρμες με έντονα αντιθετικά χρώματα, απλωμένα σε κηλίδες με ωμά χρώματα δίχως πλάσιμο, προοπτική ή ιδεαλισμό.


Η άλλη ομάδα, αυτή του «Γαλάζιου Καβαλάρη», με εκπροσώπους όπως τους Βασίλι Καντίνσκι (1866-1944) και Φρανζ Μαρκ (1880-1916) διαφέρει πολύ από την προηγούμενη, γιατί τα έργα έχουν μια κλασική αίσθηση. Πραγματεύονται τη ζωγραφική πιο πλαστικά, πιο νοητικά, ίσως ελάχιστα ή καθόλου συναισθηματικά συχνά με λυρισμό που να διερωτάται κανείς γιατί να κατατάσσονται στην Εξπρεσιονιστική Σχολή αφού χρησιμοποιούν το χρώμα και τις μορφές, για να εκφράσουν κάποια ψυχική εγρήγορση όχι όμως ψυχικές διαταραχές σοβαρής μορφής.


Ο σημαντικότερος εξπρεσιονιστής γλύπτης είναι ο Γερμανός Ερνστ Μπάρλαχ (1870-1938). Στα έργα του, που είναι φιγούρες ανθρώπων με επιδράσεις από τη γοτθική και την τέχνη των πρωτόγονων λαών, με τα αναπεπταμένα φορέματα, τις εκστατικές χειρονομίες, τους συμπαγείς, βαρείς γήινους όγκους τους, εκφράζονται βαθιά, έντονα πανανθρώπινα αισθήματα.


Login
active³ 5.0 · © 2000 - 2014 IPS Ltd · Όροι χρήσης
active³ 5.0 · © 2000 - 2014 IPS Ltd · Όροι χρήσης