Ιταλική Αναγέννηση

Σύμφωνα με την παραδοσιακή άποψη, η Αναγέννηση εννοείται ως η ιστορική περίοδος της Ευρώπης που ακολούθησε μετά τους Σκοτεινούς Αιώνες και προηγήθηκε της Μεταρρύθμισης, διαρκώντας περίπου από τον 14ο μέχρι τον 16ο αιώνα.

Η ιταλική Αναγέννηση του 15ου αιώνα περιλαμβάνει την επανασύνδεση της Δύσης με την κλασική αρχαιότητα, την απορρόφηση γνώσης (ειδικά των μαθηματικών), την προσήλωση στο να ζει κανείς καλά στο παρόν (Αναγεννησιακός ουμανισμός) και μια έκρηξη στη μετάδοση της γνώσης ως αποτέλεσμα της προόοδου στην τυπογραφία. Επιπλέον, η εμφάνιση νέων τεχνικών στις καλές τέχνες, την ποίηση και την αρχιτεκτονική είχε ως αποτέλεσμα μια ριζική αλλαγή στο στυλ και το περιεχόμενο των τεχνών και των γραμμάτων. Η ιταλική Αναγέννηση αναφέρεται συχνά ως η αρχή της σύγχρονης εποχής.

 

Με τον όρο Αναγεννησιακή τέχνη αναφερόμαστε στην καλλιτεχνική παραγωγή κατά την ιστορική περίοδο της Αναγέννησης. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η ανανέωση των θεμάτων και της αισθητικής στην Ευρώπη. Η καλλιτεχνική παραγωγή την περίοδο αυτή είναι δύσκολο να οριοθετηθεί χρονικά, ωστόσο θεωρούμε πως ξεκίνησε στην Ιταλία τον 15ο αιώνα και διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη, με διαφορετικούς όμως ρυθμούς και σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή. Τον 16ο αιώνα έφθασε σε πολλές χώρες στο απόγειό της.

Η Αναγεννησιακή τέχνη δεν χαρακτηρίστηκε από μια επιστροφή στο παρελθόν, αντίθετα, οι νέες τεχνικές σε συνδυασμό με το νέο πολιτικό, κοινωνικό και επιστημονικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε εκείνη την εποχή, επέτρεψαν στους καλλιτέχνες να καινοτομήσουν. Επιπλέον, για πρώτη φορά, η τέχνη έγινε ιδιωτική, με την έννοια πως δεν διαμορφωνόταν από τη θρησκευτική ή πολιτική εξουσία, αλλά αποτελούσε προϊόν αποκλειστικά των ίδιων των καλλιτεχνών.

Σύγχρονοι ιστορικοί εξετάζουν κατά πόσον είναι υπερβολικοί οι ισχυρισμοί για την νεωτερικότητα της περιόδου αυτής καθώς επίσης τους λόγους για τους οποίους θεωρούνται "σκοτεινότεροι" οι προηγούμενοι αιώνες, θεωρώντας την Αναγέννηση ως πολιτιστικό πρόγραμμα ή κίνημα που βασίστηκε στον ουμανισμό και τον κλασικισμό παρά ως μια αυτόνομη ιστορική περίοδο.


Σε αντίθεση με την περίοδο του Μεσαίωνα, κατά την οποία η καλλιτεχνική δημιουργία ήταν πρωτίστως εστραμμένη σε θρησκευτικά θέματα, η αναγέννηση χρησιμοποίησε ανθρωπιστικά και μυθολογικά θέματα. Η ανανέωση της φιλοσοφικής σκέψης παρέχει στους καλλιτέχνες νέες ιδέες και ειδικότερα ο νεοπλατωνισμός θέτει τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου. Η μελέτη των αρχαίων κειμένων και η αναγέννηση της φιλολογίας επέτρεψε ακόμα στους αρχιτέκτονες να εγκαταλείψουν τις γοτθικού τύπου φόρμες.

Τα μεγάλα επιτεύγματα στην τυπογραφία δημιούργησαν τις συνθήκες για μια αναβίωση της αρχαιότητας μέσω των ελληνικών κειμένων και η αναγέννηση χαρακτηρίστηκε από έντονη πολιτισμική συνάφεια με τον Αρχαίο κόσμο. Στο χώρο της τέχνης επιχειρήθηκε η ανάδειξη των αρχαίων μύθων, οι οποίοι με τη σειρά τους εμπλούτισαν σημαντικά τη θεματολογία της αναγεννησιακής τέχνης. Παράλληλα, αρχαιολογικές ανακαλύψεις ενέπνευσαν τους αρχιτέκτονες και γλύπτες της εποχής.

Η αναγεννησιακή τέχνη ωφελήθηκε σημαντικά από την ανάπτυξη των επιστημών. Η εμφάνιση νέων τεχνικών, όπως για παράδειγμα η χρήση του λαδιού στην ζωγραφική, διευρύνει τις δυνατότητες των καλλιτεχνών. Η περίφημη Μόνα Λίζα του Λεονάρντο ντα Βίντσι είναι αποτέλεσμα της τεχνικής του sfumato. Επιπλέον η τυπογραφία στα μέσα του 15ου αιώνα καθώς επίσης και οι νέες τεχνικές χάραξης (ξυλογραφία) επιτρέπουν την αναπαραγωγή και εξάπλωση των καλλιτεχνικών έργων σε όλη την Ευρώπη.

Η Αναγέννηση που ξεκινά από την Ιταλία και κρατά το 15ο και μέρος του 16ου αιώνα, είναι ένα φαινόμενο που εκδηλώνεται σ’ όλους τους Τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Στον τομέα της τέχνης έχει την έννοια του ξαναζωντανέματος της αρχαίας τέχνης της Ρώμης και της Ελλάδας. Απαλλαγμένη τώρα η τέχνη από πολλά μεσαιωνικά χαρακτηριστικά αντλεί την έμπνευσή της από την αρχαία παράδοση που αναθεωρείται μέσα από το περίφημο ουμανιστικό πνεύμα της εποχής.

 

Οποιαδήποτε κι αν είναι τα Θέματα της τέχνης κέντρο ενδιαφέροντος είναι πια ο άνθρωπος, μάλιστα το άτομο, η ξεχωριστή ατομική προσωπικότητα που τόσο παραγνωρίστηκε στους αιώνες που προηγήθηκαν. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται επίσης και στο χώρο, στη φύση στην οποία ζει το θαυμαστό αυτό ον, ο άνθρωπος, που ανασύρεται τώρα από τα σκοτάδια της αφάνειας. Αυτή η κοσμογονία ξεκινά πρώτα από τη Φλωρεντία κι απλώνεται σ’ όλα τ’ άλλα κρατίδια, στη Ρώμη, Μιλάνο, Βενετία κτλ., σ’ ένα σχεδόν μανιώδη συναγωνισμό, ποιο θα ξεπεράσει τα άλλα στην τέχνη.

 

GIOTTO di Bondone

Ιταλός ζωγράφος

1267 - 1337

Fra Angelico

Ιταλός ζωγράφος

1387 - 1455

Piero della
Francesca
1419 - 1492

Sandro
Botticelli

1445 - 1510

Το δρόμο που άνοιξε ο Τζιότο ακολουθούν πάρα πολλοί καλλιτέχνες με έργα πρωτοποριακά που σημάδεψαν την εποχή τους και που γοητεύουν με την αισθητική τους, ακόμη και σήμερα, τον πιο δύσκολο και καλά πληροφορημένο λάτρη της τέχνης. Από τους ζωγράφους, αναφέρουμε τους πιο γνωστούς, το Φρα Αντζέλικο για τη γλυκύτητα των άγιων προσώπων, τον Πάολο Ουτσέλο για την αγάπη του στην προοπτική, τον Πιέρο ντελα Φραντσέσκα για τις μνημειακές του συνθέσεις, το Σάντρο Μποτιτσέλι για το λυρισμό και ποιητικότητά του.

 

Leonardo da Vinci

1452 - 1519

Rafaello Sanzio

1483 - 1520

Michelangelo

1475 - 1564

Tiziano

1485 - 1576

 

Την ομορφιά του σχεδίου αλλά και την των ομορφιά στις φιγούρες του Λεονάρδο Ντα Βίντσι για την πολυπραγμοσύνη του αλλά και για το μυστήριο και αινιγματικό τόνο στις ζωγραφιές του, το Ραφαήλ Σάντι για την πνευματικότητα, τη γλυκύτητα στα πρόσωπα αλλά και για την κλασικότητα στις συνθέσεις του, το Μιχαήλ Άγγελο Μπουαναρότι για τη ρωμαλεότητα στο σχέδιο και στη σύνθεση και για την αποθέωση του ανθρώπινου γυμνού σώματος τόσο στη ζωγραφική όσο και στη γλυπτική. Κοντά σ’ αυτούς τους γίγαντες του σχεδίου και της φόρμας αναφέρουμε και μια άλλη κατηγορία μεγάλων ζωγράφων όπως τον Τζοβάννι Μπελίνι, τον Τζορτζόνε, τον Τιτσιάνο και τόσους άλλους που έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στο χρώμα.

Η ζωγραφική της Αναγέννησης χαρακτηρίζεται γενικά για την αγάπη της στην απόδοση του όγκου, της λεπτομέρειας, της προοπτικής, του φωτός, γενικά διακρίνεται για την οξύτητα της παρατήρησης. Τα θέματά της αντλούνται κυρίως από τη Βίβλο, την ιστορία και μυθολογία της Ρώμης και της Ελλάδας. Δε λείπουν όμως και σκηνές της σύγχρονης ζωής· ιδιαίτερα το ανθρώπινο σώμα και μάλιστα το γυμνό αποθεώνεται. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τη γλυπτική της αναγέννησης που αποκτά τώρα την ανεξαρτησία της αφού δε συνδέεται αναγκαστικά με την αρχιτεκτονική όπως συνέβαινε στη γοτθική εποχή. Τα γλυπτά μπορούν να είναι αυτόνομα, να στολίζουν παλάτια, πλατείες, δρόμους. Η τεχνική είναι άρτια, οι όγκοι επεξεργασμένοι τέλεια, η μυθολογία και πτυχολογία πειστική και γίνεται άριστη εκμετάλλευση του φωτός σκιάς. Από τους πιο άξιους γλύπτες αναφέρουμε τον Ντονατέλο και το Μιχαήλ Άγγελο.

Τα ρωμαϊκά ερείπια που βρίσκονται σ’ όλη την Ιταλία παρέχουν τη βάση για την ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής. Οι παλιοί παραδοσιακοί ρυθμοί εμπλουτίζονται με νέα στοιχεία. Τα οικοδομήματα κτίζονται τώρα πάνω σε κατόψεις με καλοζυγισμένες αναλογίες. Η ίδια φροντίδα υπάρχει και για τις όψεις των κτιρίων που είναι τώρα απλές στη γραμμή, δίχως περιττά στολίδια, ανάλαφρες, συμμετρικές. Γίνεται μια καλαίσθητη χρήση της καμάρας των κλιμακοστασίων, ενώ στις μεγάλες οικοδομές συναντούμε την εσωτερική αυλή περιστοιχισμένη από στοές. Οι θόλοι των εκκλησιών είναι τώρα αληθινά έργα τέχνης και δίνεται τεράστια σημασία στο σχεδιασμό τους. Από τους σπουδαιότερους αρχιτέκτονες αναφέρουμε τους Αλμπέρτι, Μπρουνελέσκι, Μπραμάντ.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως η Αναγέννηση ξεκίνησε από την Ιταλία. Η χώρα αυτή εκτός από το ότι ευτύχησε να μείνει σχεδόν ανεπηρέαστη από τις αραβικές επιδρομές στη Μεσόγειο και από τις βαρβαρικές επιδρομές και εθνολογικές ανακατατάξεις που έφεραν αναστάτωση στην Ευρώπη, διατήρησε μάλιστα ζωντανή την ανάμνηση και παρουσία ενός λαμπρού πολιτισμού, του ρωμαϊκού, σ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα.

‘Ετσι η Αναγέννηση που εκδηλώθηκε στην Ιταλία στο πρώτο τέταρτο του Ι5ου αι. και που κράτησε ως το πρώτο τέταρτο του 16ου αι., ήταν το αποτέλεσμα της αναπτυγμένης ιστορικής συνείδησης και της θέλησης για αποκοπή από τα δεσμά της πολιτιστικής παράδοσης του Μεσαίωνα, του δημιουργήματος των βαρβάρων, κατά την εκτίμηση των Ιταλών της Αναγέννησης. ‘Ηταν επίσης αποτέλεσμα της ανάγκης που αισθάνονταν οι Ιταλοί για την αναβίωση της τέχνης των Ελλήνων και Ρωμαίων που ήταν παρούσα σε κάθε τους βήμα, ερειπωμένη όμως και αγνοημένη, για αιώνες, της «καλής αρχαίας τέχνης» όπως την αποκαλούσαν και που βάλθηκαν όχι μόνο να τη φτάσουν, αλλά και να την ξεπεράσουν.

Ωστόσο, η Αναγέννηση παρά το γεγονός ότι δανείζεται από την αρχαιότητα θέματα, μορφές και στοιχεία, τα μεταπλάθει, τους δίνει καινούρια δύναμη και διάσταση αποφεύγοντας τη δουλική αντιγραφή. Τα ίδια τα έργα από μόνα τους δείχνουν την ανεξαρτησία και την πρωτοτυπία τους. Μέσ’ από τα έργα της Αναγέννησης είναι πρόδηλη η καινούρια προσέγγιση στον ορατό κόσμο στη φύση, μια προσέγγιση που συμβαδίζει με τους σύγχρονους εμπειρικούς προσανατολισμούς της επιστήμης που μόλις τότε γεννιέται και που αρχίζει να ερευνά τα φυσικά φαινόμενα. Ένεκα του εμπειρικού χαρακτήρα της επιστήμης, και της συνειδητής ανάμειξης του ανθρώπου στη φύση το ον αυτό αυτόματα και δικαιωματικά μπαίνει στο κέντρο της δημιουργίας και σαν αποτέλεσμα η τέχνη παίρνει ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Ο συγκερασμός μάλιστα του αρχαίου ιδεαλισμού και της εμπειρικής επιστήμης και των μαθηματικών έχει ως αποτέλεσμα την καθιέρωση ενός ακόμα χαρακτηριστικού γνωρίσματος της τέχνης της Αναγέννησης την αναζήτηση της ιδεώδους ομορφιάς.

Πολύ σύντομα το καινούριο ξύπνημα του ανθρώπου απλώνεται σ’ όλη την Ιταλία. Η τέχνη της εποχής αποκτά πια «εθνικό» χαρακτήρα. Τη Φλωρεντία που ευτύχησε να γίνει το λίκνο του νέου πνεύματος (με την ενθάρρυνση φωτισμένων πατρόνων των Μεδίκων) μιμήθηκαν κι άλλα κράτη της κατακερματισμένης τότε Ιταλίας, σ’ ένα συναγωνισμό καρποφόρο που βοήθησε την ανάπτυξη των τεχνών και τη δημιουργία του θαύματος της Αναγέννησης. Εκτός από τη Φλωρεντία, η Ρώμη, η Βενετία, το Μιλάνο, το Βασίλειο της Νάπολης και άλλα κρατίδια γέννησαν ή και προσήλκυσαν στις αυλές των αρχόντων και της Εκκλησίας περίφημους καλλιτέχνες, ζωγράφους, γλύπτες, αρχιτέκτονες.

Ζωγραφική
Μετά από το παράδειγμα του πρόδρομου της Αναγέννησης Τζιότο που ζωγράφισε εκφραστικές ογκομετρικές φιγούρες, ο Ι5ος αιώνας ανοίγει με το Μαζάτσιο (1401-1428) που μολονότι πέθανε πολύ νέος, έδωσε καινούρια δύναμη και εκφραστικούς τρόπους στη ζωγραφική. Σε συνθέσεις του, όπως οι περίφημες νωπογραφίες στο παρεκκλήσι των Μπρανκάτσι στη Φλωρεντία, η έκφραση των συναισθημάτων μαζί με τη νατουραλιστική απόδοση (έστω και με τοπικό χρώμα) της φωτοσκίασης ανοίγουν νέους δρόμους στη ζωγραφική της Αναγέννησης.

Ο Φρα Αντζέλικο (1387-1455) που ονομάστηκε έτσι για την ευλάβεια που διακρίνει τα πρόσωπα και τις σκηνές του, δε ζωγράφιζε ποτέ ένα θρησκευτικό θέμα χωρίς να δακρύσει από ευλάβεια, μας δίνει, εκτός άλλων χαρακτηριστικών, ματιές στο τοπίο της Τοσκάνης, με τους λόφους, τα δέντρα, κήπους με λουλούδια, με νατουραλιστική διάθεση.

Στο έργο του Πάολο Ουτσέλο (1397-1475), στα ελληνικά θα τον λέγαμε Πάολο Πτηνολόγο για την αγάπη του στα πουλιά, οι φιγούρες ανθρώπων και ζώων σχεδιάζονται με μαθηματική ακρίβεια, σε δύσκολες στάσεις προοπτικής βράχυνσης, ενώ η κίνηση είναι σταματημένη σε μια στιγμή στο χρόνο όπως για παράδειγμα στη ζωγραφιά «Η Μάχη του Σαν Ρομάνο» (1452-57). Το πάθος του, ίσως και ο μοναδικός του στόχος, να εφαρμόζει επιστημονικά την προοπτική έχει ως αποτέλεσμα τα πρόσωπα να φαίνονται άψυχα σαν μαριονέτες, τα δε ζώα ξύλινα σαν αλογάκια του λούνα παρκ. Η εξομολόγηση του Ουτσέλο πως προτιμά την προοπτική από τη γυναίκα του -εκτός των άλλων- φανερώνει ένα πολύ σημαντικό στόχο των καλλιτεχνών της Αναγέννησης να φτάσουν σε μια νέα εικαστική απόδοση του χώρου πράγμα που το πετυχαίνουν και γεγονός που αλλάζει άρδην τον τρόπο αναπαράστασης και τον προσανατολισμό της ευρωπαϊκής τέχνης για τους αιώνες που θ’ ακολουθήσουν.

Αντίθετα με την ψυχρή σχεδίαση των φιγούρων και την υποταγή τους σ’ ένα μηχανικό προοπτικό σύστημα που συναντούμε στον Ουτσέλο, ο Πιέρο ντελα Φραντσέσκα (1416-1492) στις συνθέσεις του όπως είναι «Η Μαστίγωση» (1451) με τη ζυγισμένη τοποθέτηση μεμονωμένων φιγούρων μέσα στον άψυχο προοπτικό χώρο υποβάλλει με ποιητικό τρόπο το μεταφυσικό υπαρξιακό στοιχείο. Παράλληλα χαιρόμαστε τη μνημειακή αίσθηση, το πλάσιμο των όγκων, τη φωτοσκίαση ιδιαίτερα στις πτυχώσεις των φορεμάτων, τις λεπτομέρειες του αρχιτεκτονήματος και το απαλό ασημένιο φως.

Σ’ ένα πολύ διαφορετικό κλίμα, πιο λυρικό πιο ποιητικό κινείται ο Σάντρο Μποτιτσέλι (1445-1510) ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους της Αναγέννησης. Οι λυγερόκορμες φιγούρες του ντυμένες σε διάφορα αραχνοΰφαντα φορέματα συνήθως καταστολιστα με κεντήματα, παρά την πρωτοτυπία στο πλάσιμο διατηρούν κάτι από τη γραμμικότητα και το ύφος της γοτθικής τέχνης. Η αγάπη για την αρχαιότητα φαίνεται στις συνθέσεις του με μυθολογικά Θέματα, όπως στο «Η Αθηνά δαμάζει τον Κένταυρο» (1488) και στο «Η Γέννηση της Αφροδίτης» (1485-87) ενώ στην αλληγορική σκηνή «Η Άνοιξη-Πριμαβέρα» (1477-78) ο Μποτιτσέλι επιχειρεί έναν ύμνο για τη ζωή. Στο έργο «Συκοφαντία» (1494), άλλη μια αλληγορική σκηνή, ο ζωγράφος γίνεται κήρυκας της αλήθειας.

O Λεονάρδο Ντα Βίντσι (1452-1519) αποτελεί το πιο κλασικό παράδειγμα του τύπου των ανδρών της Αναγέννησης, που διακρίνονται για την πολυπραγμοσύνης τους. Είναι ζωγράφος, μηχανικός, φυσιοδίφης, αρχιτέκτονας, μετεωρολόγος, τα πάντα. Το ζωγραφικό του έργο αν και λίγο σε έκταση, είναι ωστόσο τεράστιο σε σημασία γιατί διακρίνεται για την πρωτοτυπία και την ποιότητά του. Ο Ντα Βίντσι έχει τη δύναμη να φορτίζει τα έργα του με αινιγματικότητα και μυστήριο, καταστάσεις που υποβάλλονται από το ύφος των προσώπων και από τον κατάλληλο χώρο στον οποίο τοποθετούνται.

 

‘Ετσι στα έργα «Η Παναγία των Βράχων» (περίπου 1483) και «Μόνα Λίζα» (περίπου 1504) καθώς και σ’ άλλα του έργα, εκτός από την ακαταμάχητη γοητεία των προσώπων, το φανταστικό τοπίο με τα βράχια και τα ομιχλώδη βουνά αποπνέει ένα μυστήριο μεταφυσικού καλέσματος, απόκοσμο, μακρινό, ονειρικό. Η πρωτότυπή του τεχνική το «σφουμάτο» είναι ένα είδος φωτοσκίασης για την απόδοση του όγκου, και συνίσταται στην απαλή μετάβαση από τον ένα τόνο στον άλλο, από το φως στη σκιά με το σταδιακό σκούρεμα του τοπικού χρώματος έτσι που οι όγκοι να φαίνονται πως τυλίγονται μέσα σε μια αχνή καπνιά, μια ομίχλη, που καταργεί τα σκληρά περιγράμματα και συνέχεια μεταξύ τους, όγκους και φόντο, έτσι που τα χρώματα να διεισδύουν το ‘να στο άλλο.

 

Η σύνθεσή του σ’ αρκετό έργα βασίζεται στο «τρίγωνο την Αναγέννηση» επειδή η ομάδα των προσώπων σε μια εικόνα περικλείεται σ’ ένα φανταστικό τρίγωνο όπως συμβαίνει στην «Παναγία των Βράχων» και στο «Παρθένος και το Βρέφος με την Αγία ‘Αννα» (1500-7). Στο δεύτερο έργο η βάση του τριγώνου αλλά και το μέσο του κατέχεται από πολλά στοιχεία που λιγοστεύουν όσο πάνε πιο ψηλά ωσότου στην κορυφή του τριγώνου να δεσπόζει μόνο το κεφάλι της Παρθένου σε μια ιεράρχηση των μορφών.

Ο Ραφαήλ Σάντι (1483. 1520) αν και πέθανε πολύ νέος, 37 χρόνων, άφησε ένα τόσο ακτινοβόλο έργο που επηρέασε τους καλλιτέχνες ύστερα από αυτόν. ‘Οπως ο Ντα Βίντσι, έτσι κι αυτός συνθέτει τις εικόνες του, τις περίφημές του μαντόνες και παραστάσεις της άγιας οικογένειας σύμφωνα με το τρίγωνο της Αναγέννησης. Στις μεγάλες, μνημειακές του τοιχογραφίες στο Βατικανό «Η Νομοθεσία», «0 Παρνασσός», «Η Σχολή των Αθηνών», «Η θεία Ευχαριστία» που έγιναν ανάμεσα 1509-12, διακρίνονται για την κλασικότητά τους στη σύνθεση, στο σχέδιο και χρώμα πλάι στο γενικό ύφος. Τα θέματα και μόνο συνοψίζουν το ενδιαφέρον της Αναγέννησης για σφαιρική θεώρηση της ζωής μέσ’ από ποικίλες και διαφορετικές γωνίες θέασης.

 

Σε μεταγενέστερά του έργα που έκανε μάλιστα με συνεργασία άλλων καλλιτεχνών αλλά και στο τελευταίο του έργο «Η Μεταμόρφωση», (1517- 1520) παρατηρείται ήδη ένα ρήγμα στο ραφαηλιτικό κλασικό ύφος. Η σύνθεση γίνεται πιο πολύπλοκη, οι χειρονομίες πιο δραματικές, το φως-σκιά πιο αντιθετικό, η ηρεμία παραχωρεί τη θέση της στην ανησυχία στην ψυχολογική ένταση, χαρακτηριστικά που μας προϊδεάζουν για το μανιερισμό που ακολουθεί.

‘Ενας κατ’ εξοχήν γλύπτης όπως είναι ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουοναρότι (1475- 1564) είναι φυσικό να ζωγραφίζει ογκομετρικά τις φιγούρες του σε τέτοιο βαθμό που να δίνουν την ψευδαίσθηση του γλυπτικού όγκου. Πράγματι όταν αναλογιστεί κανείς τη μνημειώδη σε έκταση και σύλληψη διακόσμηση της οροφής της Καπέλα Σιξτίνα στο Βατικανό με σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη και μορφές από την αρχαιότητα -μια συνάντηση του Καλού με το Κάλλος (1508-12) και την τεράστια σύνθεσή του στον τοίχο του ιερού, τη Δευτέρα Παρουσία (1536-41), θ’ αναγνωρίσει αμέσως το γλύπτη που πήρε στα χέρια του το πινέλο για να εκφραστεί.

 

Οι σκηνές της οροφής που περικλείονται σε πλαίσια που μιμούνται αρχιτεκτονικά μέλη, αποτελούνται από φιγούρες σε ασυνήθιστες, δύσκολες, αλλά μαεστρικά ζωγραφισμένες στάσεις και κινήσεις. Η σχεδίαση πολλών από τις φιγούρες σε καταπληκτική προοπτική βράχυνση και σε στάσεις κοντραπόσο με τον τονισμό των μυώνων και την ογκομετρικότητά τους τις κάνουν να μοιάζουν, πράγματι, με επιζωγραφισμένα γλυπτά. Στο έργο του Μιχαήλ Άγγελου ιδίως στα τελευταία του έργα, η γαλήνη και ηρεμία η νηφαλιότητα και ψυχική ηρεμία δεν υπάρχουν. Κάτι συμβαίνει τώρα, οι καιροί έχουν αλλάξει τα πρόσωπα έχουν αποκτήσει μια αλαφιασμένη έκφραση, τα σώματα κινούνται βίαια με σπασμωδικές συστροφικές κινήσεις, η σύνθεση γίνεται πολυπλοκότερη και μια ψυχική ένταση επιβάλλεται στο θεατή. Ο μανιερισμός βρίσκεται τώρα, με Το Μιχαήλ Άγγελο, σε εξέλιξη.

Σ’ αντίθεση με τους ζωγράφους που γνωρίσαμε ως τώρα και που προέρχονται από τη Βόρεια ή Κεντρική Ιταλία, που είχαν μια ιδιαίτερη αγάπη για το σχέδιο και τη φόρμα, οι ζωγράφοι της Βενετίας διακρίθηκαν κυρίως για την αίσθηση του χρώματος. Ανάμεσά τους είναι ο Τζιοβάνι Μπελίνι (1430-1516) που ζωγράφισε κι αυτός ωραιότατες μαντόνες, όπως και ο Ραφαήλ. με ωραιότατα χρώματα και φωτισμό και ο Τζορτζόνε (1475-1510) που έδωσε στο τοπίο κυρίαρχη θέση στη ζωγραφική του που ως τώρα καταλαμβανόταν από τη φιγούρα. Πιο πολύ το τοπίο καθρεφτίζει πια τις διαθέσεις της φύσης έγινε έτσι ένα μέσο έκφρασης και προβολής του ψυχισμού του ανθρώπου μέσ’ από αυτό.

 

Ο Βετσέλιο Τιτσιάνο (1485-1576) φημισμένος για τα πορτρέτα αλλά και τις αλληγορικές ή ιστορικές του συνθέσεις χρησιμοποιεί την τεχνική του glacis, για να πετύχει ειδικά εφέ έτσι με η χρήση απανωτών στρωμάτων διάφανου αραιωμένου χρώματος που εναποθέτει πάνω σε μια βάση χρώμα δίνει ο’ αυτή περισσότερη λάμψη.



Γλυπτική
Σε σύγκριση με τους ζωγράφους, οι γλύπτες της Αναγέννησης, όπως και σι αρχιτέκτονες βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση από τους ζωγράφους γιατί είχαν στον περίγυρό τους τ’ απομεινάρια της ελληνορωμαϊκής γλυπτικής από τα οποία μπορούσαν να αντλήσουν τα στοιχεία που τους χρειάζονταν και που βοήθησαν να απομακρυνθούν τα γοτθικά χαρακτηριστικά.

‘Ενας από τους σπουδαιότερους και πρωτοπόρους γλύπτες των αρχών της Αναγέννησης, είναι ο Λορέντζο Γκιλμπέρτι (1378- 1455). Από τα γνωστά του έργα είναι τα ανάγλυφα σε μπρούντζο στις ονομαστές «Πύλες του Παραδείσου» στον καθεδρικό της Φλωρεντίας. Στις πολυπρόσωπες αφηγηματικές σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη οι φιγούρες συχνά θυμίζουν αρχαίες μορφές αλλά και έχουν αυτοί τον καινούριο αέρα του γεμάτου σιγουριά ανθρώπου της αναγέννησης.

Τα αρχιτεκτονικά στις παραστάσεις με τη σωστή τους προοπτική, όπως επίσης και οι φιγούρες που είναι πιο ανάγλυφες στο πρώτο πλάνο και που γίνονται πιο ξέβαθες όσο πάνε στο βάθος -ώστε να σμίγουν με τα ανάλογα ξέβαθο τοπίο- είναι κατακτήσεις της εποχής. Η όλη προσέγγιση σ’ αυτές τις συνθέσεις φανερώνουν δυνατές επιδράσεις από τη ζωγραφική ώστε να φαίνονται -χωρίς να είναι- αντιγραφές από ζωγραφικούς πίνακες.

0 Ντονατέλο (1386-1466), ακόμα ένας δυναμικός γλύπτης της Αναγέννησης προχωρεί ένα βήμα πιο πέρα. Στα έργα του, όπως στις μορφές των προφητών του, διακρίνει κανείς ένα ενεργητικό και ρωμαλέο στιλ, πλούσιο σε συναίσθημα. Σ’ ένα άλλο γλυπτό μνημειακών διαστάσεων, στον «‘Άγιο Γεώργιο», βλέπουμε ένα νεαρό συνεπαρμένο από κάποια μακρινά όνειρα παρά ένα φοβερό πολεμιστή.

Ξεκόβοντας πάλι από τη μεσαιωνική παράδοση που αποστρέφεται το γυμνό ο Ντονατέλο με το έργο του «Δαβίδ» (1440) είναι μεταξύ των πρώτων που τόλμησε να παρουσιάσει ξανά το γυμνό σώμα, κατά την ελληνορωμαϊκή συνήθεια. Το άγαλμα θυμίζει αρχαίο αθλητή, όπως είναι στεφανωμένος με γιρλάντα από λουλούδια.

 

Γνωστό έργο του είναι επίσης ο έφιππος «Κοντοτιέρος Γκαταμελάτα» (περίπου 1450) που αναβιώνει τον τύπο του έφιππου πολεμιστή (ένα θέμα αγαπητό στους Ρωμαίους) και που αγαπιέται και πάλι στα χρόνια της Αναγέννησης. Μα ο καλλιτέχνης διακρίνεται πρώτα απ’ όλα στην απόδοση ψυχικών καταστάσεων, ουμανιστική προσέγγιση της εποχής, καθώς εκδηλώνεται σε έργα όπως στο «Μαρία Μαγδαληνή» και στην «Αποκαθήλωση».

Ο Αντρέα Βερόκκιο (1435-1488) διακρίνεται για την απόδοση ψυχικών καταστάσεων στα περίτεχνά του γλυπτά. O «Δαβίδ» (περίπου 1475), νεαρός και λυγερόκορμος στέκεται πάνω από το καταπονεμένο κεφάλι του Γολιάθ με μια έκφραση ψυχικής ικανοποίησης και σιγουριάς, ενώ στο γλυπτό μνημείο «Βαρθολομαίος Κολλεόνε» (1481-1488), ο Βερόκκιο δίνει πολύ παραστατικά το χαρακτηριστικό τύπο του αδίστακτου επαγγελματία πολεμιστή που αναλαμβάνει δίχως δεύτερη σκέψη, με πληρωμή, εργολαβικά, τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων.

Ο μεγαλύτερος όμως γλύπτης της Αναγέννησης είναι αναμφισβήτητα ο Μικελάντζελο ή Μιχαήλ ‘Αγγελος. Στο έργο του, το ανθρώπινο σώμα ιδίως το γυμνό αποθεώνεται είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο από τα χρόνια της αρχαιότητας. Το αδρό φτιάξιμο των μυώνων και η τέλεια διάρθρωση του κορμού και των μελών γύρω από ένα στιβαρό και πειστικό κεντρικό άξονα με την καλομελετημένη κίνηση, δίνει στα γλυπτό του, όπως στο «Δαβίδ» (1501-1504) μια μνημειακή και ηρωική αίσθηση όπως επίσης και μια απαιτητική επανεμφάνιση του γυμνού στο προσκήνιο της τέχνης.


Σε συνθέσεις του όπως στο ανάγλυφο «Κενταυρομαχία» (1491-1492), ο αδρός και τολμηρός χειρισμός των όγκων και ιδίως η μυθολογία εντυπωσιάζουν.
Μ’ αυτή τη μαεστρική μεταχείριση των όγκων γίνεται πλήρης εκμετάλλευση του φωτός-σκιάς, ενώ η κίνηση και πλοκή των φιγούρων σε συνδυασμό με το παιγνίδισμα του φωτός, δημιουργούν μια ανήσυχη ενεργητική ατμόσφαιρα, ταιριαστή στο Θέμα.


Ο Μιχαήλ ‘Αγγελος δεν είναι μόνο μεγάλος στο πλάσιμο της εξωτερικής φόρμας αλλά και στην απόδοση ψυχικών καταστάσεων. Στο μνημείο του Τζουλιάνο και Λορέντζο Β’ των Μεδίκων (1525-1530) στη Φλωρεντία οι συμβολικές μορφές του Λυκόφωτος και της Αυγής, της Νύχτας και της Μέρας, όπως επίσης και οι καθιστές μορφές των τιμωμένων νεκρών, εκφράζουν, η καθεμιά, διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις, ανάλογα με την περίπτωση. Μάλιστα, στο πολύ γνωστό του έργο «Αιχμάλωτος που Πεθαίνει» (1515-1516) εκφράζεται μια πολύ δυνατή ψυχική κατάσταση, το πάθος, ενώ στην περίφημή του «Πιετά» (1498) το συναίσθημα δίνει τη Θέση του στην πνευματική ανάταση.


Login
active³ 5.0 · © 2000 - 2014 IPS Ltd · Όροι χρήσης
active³ 5.0 · © 2000 - 2014 IPS Ltd · Όροι χρήσης