Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός - Γεωμετρική Αφαίρεση

Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός - Γεωμετρική Αφαίρεση



Με τον όρο αφηρημένη τέχνη αναφερόμαστε σε ένα σύγχρονο κίνημα στις εικαστικές τέχνες σύμφωνα με το οποίο αποκλείεται οποιαδήποτε αναφορά στην εξωτερική φυσική πραγματικότητα. Εναλλακτικά, μπορούμε να ορίσουμε ως αφηρημένη την μη παραστατική και μη αντικειμενική τέχνη.

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο όρος χρησιμοποιήθηκε κατά κύριο λόγο ως αναφορά σε έργα του κυβισμού και του φουτουρισμού, τα οποία προσπάθησαν να περιγράψουν την πραγματικότητα, όχι όμως μέσω της μίμησης ή της πιστής αναπαράστασης των εξωτερικών χαρακτηριστικών της αλλά με έναν αντισυμβατικό και αφηρημένο τρόπο μέσω των αμετάβλητων εγγενών ιδιοτήτων της.

Ιστορικά, σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση μιας αφηρημένης αντίληψης γύρω από το καλλιτεχνικό έργο, θεωρείται πως διαδραμάτισε η ανάπτυξη της φωτογραφίας, καθώς κατέστησε σε ένα βαθμό περιττή την πιστή αντιγραφή των αντικειμένων στις υπόλοιπες εικαστικές τέχνες.

Σύγχρονοι καλλιτέχνες, όπως ο Βασίλι Καντίνσκυ υποστήριξαν πως σε αντίθεση με τη σύγχρονη επιστήμη, η οποία αποκαλύπτει τον υλικό κόσμο και τη δομή του, ο ρόλος της τέχνης θα έπρεπε να είναι η ανάδειξη του πνευματικού χαρακτήρα της. Ο Καντίνσκυ θεωρείται ένας από τους πατέρες της αφηρημένης τέχνης ενώ επηρέασε σημαντικά και το μεταγενέστερο κίνημα του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού κατά τη δεκαετία του 1950.

 

Ο Γάλλος ζωγράφος Μορίς Ντενί (1870-1943), εμπνευσμένος από το παράδειγμα του Εμπρεσιονισμού και Μετά ιμπρεσιονισμού, έγραψε στα 1890 τον περίφημο ορισμό για το τι είναι ένας πίνακας ζωγραφικής: «Να θυμάσαι πως ένας πίνακας πριν να είναι ένα πολεμικό άλογο, μια γυμνή γυναίκα, ένα επεισόδιο, είναι ουσιαστικά μια επίπεδη επιφάνεια καλυμμένη με χρώματα που τοποθετήθηκαν με μια ορισμένη τάξη». Ο ορισμός αυτός ταιριάζει πολύ στην αφηρημένη τέχνη, είναι προφητικός γι’ αυτή, θα λέγαμε, γιατί ενώ υποβιβάζει το ρόλο της αναπαράστασης, δίνει πρωταρχική σημασία στις αρχές πάνω στις οποίες λειτουργεί η αφηρημένη τέχνη.

Η απόρριψη του πανάρχαιου τρόπου έκφρασης με τη χρήση της εικόνας των πραγμάτων και άλλων στοιχείων και η εφαρμογή κάποιου άλλου τρόπου βασισμένου κυρίως στην εκφραστικότητα χρωμάτων, σχημάτων, γραμμών, δίχως αναφορά το ορατό, ήταν ένας τρόπος έκφρασης, που περιοριζόταν ως τώρα στον κλάδο της διακόσμησης τώρα επεκτείνεται πια και στις καλές τέχνες σε αυτοτελή και αυτάρκη έργα δίχως «θέμα», μάλιστα με σοβαρές αξιώσεις που ποτέ δεν είχε η διακόσμηση.


Τα πρώτα ανεικονικά έργα Τα δημιούργησε ο Ρώσος ζωγράφος Βασίλι Καντίνσκι (1866-1944) με αφετηρία κυρίως το Φωβισμό ανοίγοντας έτσι την πολύ σημαντική για την αφηρημένη τέχνη δεκαετία 1910-1920. Στα έργα του αυτής της περιόδου ο Καντίνσκι χρησιμοποιεί ένα καινούριο είδος «συντακτικής γλώσσας», όπως στο έργο «Μικρές Απολαύσεις Αρ. 179», (1913) με έντονα αντιθετικά και εκφραστικά χρώματα σε διάφορους τόνους, απλωμένα στην επιφάνεια του πίνακα σε κηλίδες με ασαφή, χαλαρά και ελεύθερα σχήματα.


Στη νέα αυτή γλώσσα σι γραμμές είναι ελεύθερα τραβηγμένες με το πινέλο στα μεσοδιαστήματα των κηλίδων ή και πάνω σ’ αυτές σ’ ένα σύνολο χρωμάτων, κηλίδων, γραμμών φαινομενικά τουλάχιστο δίχως συνοχή, δίχως λογική διάταξη. Το αποτέλεσμα, που υποβάλλει μια αυτόματη, υποσυνείδητη ενέργεια, θα αποτελέσει την αφετηρία για τη διαμόρφωση και εξέλιξη του ενός από τις δύο βασικές μορφές της αφηρημένης τέχνης, του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού.


‘Ενα ενδιαφέρον είδος Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού που είχε παγκόσμια ανταπόκριση είναι αυτό του Action Painting που εκδηλώθηκε στην Αμερική στο τέλος της δεκαετίας του 1940 με κύριο εκπρόσωπο τον Τζάκσον Πόλοκ (1912- 1956). 0 Πόλοκ φτιάχνει τους πίνακές του όπως το έργο «Αριθμός 12» (1952) στο πάτωμα, έχοντας δηλαδή το τεράστιο κανναβάτσο απλωμένο στο πάτωμα χύνει από τους κουβάδες τις ρευστές μπογιές αφήνοντάς τες να απλώσουν ελεύθερα πια σε αδρές ή μικρές κηλίδες.

 

Στο αποτέλεσμα οπωσδήποτε φαίνεται η σωματική κίνηση του καλλιτέχνη (η δράση, action) την ώρα της δημιουργικής πράξης. Ο ίδιος εξηγεί πως το καναβάτσο γίνεται μ’ αυτό τον τρόπο μια αρένα στην οποία αναπτύσσεται η ζωγραφική σαν μέρος της ζωής του καλλιτέχνη.
Το καναβάτσο γίνεται επίσης μια αρένα έκφρασης του συναισθηματικού κόσμου και για μια άλλη μορφή Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, που κορυφώνεται στη δεκαετία του 1950, αυτής της «Χειρονομιακής Τέχνης».

 

Καλλιτέχνες όπως ο Αμερικανός ζωγράφος Φραντς Κλίνε (1910-1962) φτιάχνουν τα έργα τους με λιγοστά χρώματα, κυρίως το μαύρο που το απλώνουν στο άσπρο καναβάτσο με πλατιά πινέλα σε φαρδιές πινελιές με γρήγορες αποφασιστικές κινήσεις του χεριού έτσι που τα έργα να φανερώνουν πιο πολύ αυτή τη φορά τη χειρονομία του καλλιτέχνη την ώρα της δημιουργικής πράξης. Τα έργα συχνά μοιάζουν με κινέζικη γραφή που έγινε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.


‘Ενας άλλος κλάδος αφηρημένης τέχνης καθόλου συναισθηματικής αλλά οπωσδήποτε νοητικής και λογικής εμφανίζεται από τις αρχές της δεκαετίας 1910 και αναπτύσσεται στο εξής σ’ αντίθεση προς τον Αφηρημένα Εξπρεσιονισμό. Ο κλάδος αυτός είναι η Γεωμετρική Αφαίρεση που έχει ως αφετηρία της τώρα τον Κυβισμό.


‘Ετσι σ’ αντίδραση προς την αυστηρή μορφή του Αναλυτικού Κυβισμού διάφοροι ζωγράφοι με πρωτεργάτη το Γάλλο Ρομπέρ Ντελονέ (1885-1941) προτείνουν ένα είδος πανέγχρωμου Κυβισμού, τον Ορφισμό. Ο Ντελονέ μάλιστα φτάνει στα 1912 στην τέλεια αφαίρεση σε έργα με πλούσια αντιθετικά χρώματα και γεωμετρικά σχήματα που τα ονομάζει «Ταυτόχρονες Αντιθέσεις».
Την ίδια εποχή ο Ολλανδός ζωγράφος Πιτ Μοντριάν (1872-1944) εισηγείται το Νεοπλαστικισμό, ένα σημαντικό τρόπο γεωμετρικής αφαίρεσης που μπορεί κι αυτός να θεωρηθεί μια ακραία ανάπτυξη του Κυβισμού: οι κατακόρυφες και οριζόντιες ευθείες διαιρούν το ζωγραφικό πίνακα σε τέλεια εναρμονισμένα ορθογώνια και τετράγωνα διάφορων μεγεθών, χρωματισμένα με περιορισμένη την παλέτα σε μια επιλογή από μαύρο, άσπρο, γκρίζο, και από τα τρία βασικά χρώματα, κόκκινο, κίτρινο, μπλε, δίχως αναμείξεις. Στα έργα του Μοντριάν δε φαίνεται η «προσωπική γραφή», η πινελιά ή χειρονομία του καλλιτέχνη ούτε φυσικά η έκφραση συναισθημάτων. Φανερός είναι ο στόχος του καλλιτέχνη να εκφράσει πιο πολύ νοητές καταστάσεις, την αρμονία για παράδειγμα, μέσ’ από τις απόλυτα αφηρημένες φόρμες, όπως στο έργο «Μπρόντγουεϊ Μπούκι-Γούκι»
(1942-3).


Ο Κονσταντέν Μπρανκούζι (1876-1957) είναι ο γλύπτης που στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα διαμόρφωσε ένα προσωπικό στιλ βασισμένο στην αφαίρεση και που επέδρασε στην εξέλιξη της γλυπτικής. Στο έργο του φαίνονται οι επιδράσεις από την αφρικάνικη και μεξικάνικη τέχνη, τον Κυβισμό, την Αιγαιώτικη τέχνη.


Αναφέρουμε εδώ και την πολύ σημαντική κίνηση του Σουπρεματισμού που ιδρύει στα 1912 ο Ρώσος ζωγράφος Καζιμίρ Μάλεβιτς (1878-1935). Βασικό χαρακτηριστικό της ζωγραφικής είναι η χρήση του μαύρου, άσπρου και των τριών βασικών χρωμάτων με τα οποία χρωματίζονται τα μοναδικά για το Σουπρεματισμό γεωμετρικά σχήματα, το τετράγωνο και ορθογώνιο, τα οποία μάλιστα διαρρυθμίζονται σε διαγώνια κυρίως διάταξη πάνω στο άσπρο φόντο του καναβάτσου. Βασική αρχή της έκφρασης αυτής αποτελεί το γεγονός πως ο καλλιτέχνης δεν ξεκινά από κίνητρα εξωτερικά, ορατές εικόνες και δε φτάνει στο γνωστό αποτέλεσμα με σταδιακή αφαίρεση, αλλά πιστεύει πως από την αρχή οι φόρμες του είναι απαλλαγμένες από οποιοδήποτε ορατό κίνητρο, είναι απόλυτες, καθαρές, αυτόνομες κι αυτάρκεις.


‘Ενα από τα κλασικότερα έργα του είναι το «Σουπρεμτιστική Σύνθεση: Άσπρο σε Άσπρο» (περίπου 1918), δηλαδή ένας πίνακας με άσπρο φόντο πάνω στον οποίο ζωγραφίστηκε ένα τετράγωνο που μόλις διακρίνεται γιατί κι αυτό είναι άσπρο.


Η σύγχρονη με το Σουπρεματισμό κίνηση είναι αυτή του Κονστρουκτιβισμού, μια κίνηση που αγκαλιάζει πιο πολύ τη γλυπτική παρά τη ζωγραφική και που ανθεί και πάλι στη Ρωσία, μια κίνηση που μέλλει να επηρεάσει μεταγενέστερες κινήσεις σ’ όλους τους τομείς των εικαστικών Τεχνών και της αρχιτεκτονικής. Από τους κύριους εκπροσώπους αναφέρουμε τα αδέλφια Ναούμ Γκαμπό (1890-1978) και Αντουάν Πέβσνερ (1886-1962) που πολύ νωρίς χρησιμοποίησαν καινούρια υλικά στην αφηρημένη τους γλυπτική, το γυαλί και το πλαστικό σε φόρμες εντελώς γεωμετρικές και σε άψογη τεχνική.


Την εξέλιξη αυτής της κίνησης μπορούμε να τη δούμε στη λεγόμενη Μίνιμαλ Αρτ τόσο στη ζωγραφική όσο και στη γλυπτική. Η τάση αυτή, που κορυφώνεται στη δεκαετία 1960, στηρίζεται στη χρήση αρχέτυπων εκφραστικών μέσων, καθαρών χρωμάτων, απλών γεωμετρικών σχημάτων, επιφανειών και όγκων, σε εύληπτες συνθέσεις με μια προσήλωση στα ουσιώδη. Στη ζωγραφική ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους είναι ο Φρανκ Στέλλα, 1936 ενώ στη γλυπτική είναι ο Ντόναλντ Τζιουντ (1928).


Η Οπ Αρτ είναι μια ενδιαφέρουσα μορφή αφηρημένης, γεωμετρικής τέχνης που κορυφώνεται γύρω στα 1960 με κύριο εκπρόσωπο τον ουγγρικής καταγωγής ζωγράφο Βικτόρ Βαζαρελί (1908) και που μοναδικό σκοπό έχει την πρόκληση στο μάτι του θεατή φαινομένων οπτικής απάτης. ‘Ετσι τα συμπληρωματικά χρώματα που τοποθετούνται κατάλληλα, το ένα πλάι στο άλλο σε αυστηρά σχεδιασμένα γεωμετρικά σχήματα, σε ζώνες ή κυματιστές ή άλλες ραβδώσεις, ή ακόμη η χρήση μαύρου άσπρου με ανάλογη εφαρμογή, αλλά και η εναλλαγή και η επανάληψη τετραγωνιδίων χρωματιστών ή μαυρόασπρων σε διαφορετικά μεγέθη, προκαλούν ψευδαισθήσεις πως τα σχήματα κινούνται στο καναβάτσο, πως τα χρώματα πάλλονται, τρέμουν, πως τα μοτίβα μεταβάλλονται τη μια στιγμή σε θετικά, την άλλη στιγμή σε αρνητικά.


Στην Οπ Αρτ ανήκει και μια άλλη μορφή έκφρασης που περιλαμβάνει ζωγραφικά ανάγλυφα σαν αυτά του Γιάκοβ Άγκαμ (1928) που η κινησιακή τους δράση εκδηλώνεται όταν ο θεατής κινείται μπροστά σ’ αυτά.


Η ιστορία της Κινητικής τέχνης που έχει τις πηγές έμπνευσής της στις μηχανές, στις μαριονέτες κτλ. και που εκφράζει εύγλωττα την εποχή μας, εποχή της κίνησης, πάει πίσω στην πρώτη δεκαετία του αιώνα μας. Κορυφώνεται στη δεκαετία του 1950 σε έργα γλυπτικής που ενσωματώνουν κίνηση, ήχο, φως, χρώμα, φόρμα.


‘Ενας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του είδους είναι ο Νίκολα Σιόφφερ (1912) ο οποίος χρησιμοποιεί μάλιστα ηλεκτρικά μοτέρ και ηλεκτρονικούς υπολογιστές που κινούν τα μέρη του έργου βάσει ενός προγράμματος, ενώ ο ‘Ελληνας γλύπτης Τάκης (1925) χρησιμοποιεί τον ηλεκτρομαγνητισμό στα έργα του που ονομάζει "σινιάλα". Μια άλλη ενδιαφέρουσα μορφή Κινητικής γλυπτικής είναι αυτή του Αμερικανού Αλεξάντερ Κάλτερ (1898- 1976) που χρησιμοποιεί φύλλα μετάλλου κομμένα σε απλά σχήματα, και που αναρτώνται το ένα από το άλλο σ’ ένα σύστημα αλυσιδωτών ζυγών που κινούνται ακόμα και με το πιο απαλό ρεύμα αέρα.


Η Ποπ Αρτ αν και παίρνει την ονομασία της από τη λέξη popular δεν είναι λαϊκή τέχνη. Ονομάζεται όμως έτσι γιατί χρησιμοποιεί στοιχεία από το καθημερινό περιβάλλον και μάλιστα στοιχεία από τον καταναλωτισμό, τα τυποποιημένα αγαθά, και έχει ως ήρωες και θέματά της τα μεγάλα λαοφιλή αστέρια του τραγουδιού και του κινηματογράφου, όπως τον Έλβις Πρίσλεϋ, τη Μέριλιν Μονρόε, κ.ά.

 

Τα θέματα είναι δοσμένα με έναν ιδιάζοντα τρόπο που συχνά αντιγράφει ή και μιμείται τον τρόπο σχεδίου ή την τεχνική στις εικονογραφημένες ιστορίες (Comic Strips) στις αφίσες, ετικέτες, στις φωτογραφίες ακόμη χρησιμοποιεί αυτούσια τα πιο πάνω σε έργα σύμφωνα με την τεχνική του κολάζ και των Μεικτών Υλικών (Mixed Media) ‘Ετσι στην Οπ Αρτ υπάρχουν ισχυρές επιδράσεις και στοιχεία από τον Ντανταϊσμό, τόσο στις εκφραστικές μεθόδους, όσο και στην όλη στάση προς τη ζωή και την τέχνη.


Login
active³ 5.0 · © 2000 - 2014 IPS Ltd · Όροι χρήσης
active³ 5.0 · © 2000 - 2014 IPS Ltd · Όροι χρήσης